θαλασσοδαρμένος
•
- που τον χτυπούν τα κύματα της θάλασσας Βικιλεξικό
- θαλασσοδαρμένος βράχος
- που έχει αντιμετωπίσει μεγάλες τρικυμίες Βικιλεξικό
- θαλασσοδαρμένος ναυτικός
Ετυμολογία
θαλασσοδαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θαλασσοδέρνω. Μορφολογικά αναλύεται σε θαλασσο- + δαρμένος.
Άλλοι τύποι
θαλασσοδαρμέναθαλασσοδαρμένεθαλασσοδαρμένεςθαλασσοδαρμένηθαλασσοδαρμένηςθαλασσοδαρμένοθαλασσοδαρμένοιθαλασσοδαρμένοςθαλασσοδαρμένουθαλασσοδαρμένουςθαλασσοδαρμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →