Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαμνοκοπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κοπή ή το κλάδεμα θάμνων αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοθαμνοκοπτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαμνοκοπτικός < θάμνος + -ο- + κοπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαμνοκοπτικόςθαμνοκοπτικήθαμνοκοπτικό
Γενικήθαμνοκοπτικούθαμνοκοπτικήςθαμνοκοπτικού
Αιτιατικήθαμνοκοπτικόθαμνοκοπτικήθαμνοκοπτικό
Κλητικήθαμνοκοπτικέθαμνοκοπτικήθαμνοκοπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαμνοκοπτικοίθαμνοκοπτικέςθαμνοκοπτικά
Γενικήθαμνοκοπτικώνθαμνοκοπτικώνθαμνοκοπτικών
Αιτιατικήθαμνοκοπτικούςθαμνοκοπτικέςθαμνοκοπτικά
Κλητικήθαμνοκοπτικοίθαμνοκοπτικέςθαμνοκοπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →