θαμνοκοπτικός
•
- που έχει σχέση με την κοπή ή το κλάδεμα θάμνων αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοθαμνοκοπτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαμνοκοπτικός < θάμνος + -ο- + κοπτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαμνοκοπτικός | θαμνοκοπτική | θαμνοκοπτικό |
| Γενική | θαμνοκοπτικού | θαμνοκοπτικής | θαμνοκοπτικού |
| Αιτιατική | θαμνοκοπτικό | θαμνοκοπτική | θαμνοκοπτικό |
| Κλητική | θαμνοκοπτικέ | θαμνοκοπτική | θαμνοκοπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαμνοκοπτικοί | θαμνοκοπτικές | θαμνοκοπτικά |
| Γενική | θαμνοκοπτικών | θαμνοκοπτικών | θαμνοκοπτικών |
| Αιτιατική | θαμνοκοπτικούς | θαμνοκοπτικές | θαμνοκοπτικά |
| Κλητική | θαμνοκοπτικοί | θαμνοκοπτικές | θαμνοκοπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →