θαυμάζω
•
- εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό Βικιλεξικό
- παρατηρώ προσεκτικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκπλήσσομαι, απορώ Βικιλεξικό
- θαυμάζω το κουράγιο του, τη γενναιότητά του
- Θαυμάζω το θράσος σου! Απορώ και εξανίσταμαι μ' αυτά που ακούω να ξεστομίζεις! (μειωτικά)
Ετυμολογία
θαυμάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θαυμάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θαυμάζω | θαυμάζεις | θαυμάζει | θαυμάζουμε | θαυμάζετε | θαυμάζουν / θαυμάζουνε |
| Παρατατικός | θαύμαζα | θαύμαζες | θαύμαζε | θαυμάζαμε | θαυμάζατε | θαυμάζαν / θαυμάζανε / θαύμαζαν |
| Αόριστος | θαύμασα | θαύμασες | θαύμασε | θαυμάσαμε | θαυμάσατε | θαυμάσαν / θαυμάσανε / θαύμασαν |
| Μέλλοντας | θα θαυμάζω / θα θαυμάσω | θα θαυμάζεις / θα θαυμάσεις | θα θαυμάζει / θα θαυμάσει | θα θαυμάζουμε / θα θαυμάσουμε | θα θαυμάζετε / θα θαυμάσετε | θα θαυμάζουν / θα θαυμάζουνε / θα θαυμάσουν / θα θαυμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θαυμάσει | έχεις θαυμάσει | έχει θαυμάσει | έχουμε θαυμάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θαυμάσει | είχες θαυμάσει | είχε θαυμάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θαυμάσει / να θαυμάζω / να θαυμάσω | να έχεις θαυμάσει / να θαυμάζεις / να θαυμάσεις | να έχει θαυμάσει / να θαυμάζει / να θαυμάσει | να έχουμε θαυμάσει / να θαυμάζουμε / να θαυμάσουμε | να θαυμάζετε / να θαυμάσετε | να θαυμάζουν / να θαυμάζουνε / να θαυμάσουν / να θαυμάσουνε |
| Προστακτική | — | θαύμαζε / θαύμασε | — | — | θαυμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θαυμάστηκαθαυμάζομαιθαυμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →