θαύμα
•
- ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση Βικιλεξικό
- «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
- μεταφορικάκάτι που ξαφνιάζει και προκαλεί χαρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαύμα αρχαία ελληνική < θαῦμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαύμα | θαύματα |
| Γενική | θαύματος | θαυμάτων |
| Αιτιατική | θαύμα | θαύματα |
| Κλητική | θαύμα | θαύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →