Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαυμασμός

/θav.maˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω Βικιλεξικό
  2. θετικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω Βικιλεξικό
    • Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)

Ετυμολογία

θαυμασμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική θαυμάζω < θαῦμα < θάομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαυμασμόςθαυμασμοί
Γενικήθαυμασμούθαυμασμών
Αιτιατικήθαυμασμόθαυμασμούς
Κλητικήθαυμασμέθαυμασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →