Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεληματάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δημοτικήαυτός που κάνει θελήματα (πληρωμένος ή μη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεληματάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεληματάρης, θέλημα θεληματ- + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεληματάρηςθεληματάρηδες
Γενικήθεληματάρηθεληματάρηδων
Αιτιατικήθεληματάρηθεληματάρηδες
Κλητικήθεληματάρηθεληματάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →