θεληματάρης
•
- δημοτικήαυτός που κάνει θελήματα (πληρωμένος ή μη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεληματάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεληματάρης, θέλημα θεληματ- + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεληματάρης | θεληματάρηδες |
| Γενική | θεληματάρη | θεληματάρηδων |
| Αιτιατική | θεληματάρη | θεληματάρηδες |
| Κλητική | θεληματάρη | θεληματάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →