θεμελιώνω
•
- βάζω τα θεμέλια σε μια οικοδομή ή σε ένα τεχνικό έργο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτοποθετώ τον θεμέλιο λίθο σε μια επίσημη εκδήλωση για την έναρξη των εργασιών ανέγερσης ενός κτιρίου ή έργου Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποδεικνύω με τεκμήρια π.χ. ένα επιχείρημα Βικιλεξικό
- θέτω τις βάσεις για μια θεωρία, μια επιστήμη κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεμελιώνω < αρχαία ελληνική θεμελιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεμελιώνω | θεμελιώνεις | θεμελιώνει | θεμελιώνουμε | θεμελιώνετε | θεμελιώνουν / θεμελιώνουνε |
| Παρατατικός | θεμελίωνα | θεμελίωνες | θεμελίωνε | θεμελιώναμε | θεμελιώνατε | θεμελίωναν / θεμελιώναν / θεμελιώνανε |
| Αόριστος | θεμελίωσα | θεμελίωσες | θεμελίωσε | θεμελιώσαμε | θεμελιώσατε | θεμελίωσαν / θεμελιώσαν / θεμελιώσανε |
| Μέλλοντας | θα θεμελιώνω / θα θεμελιώσω | θα θεμελιώνεις / θα θεμελιώσεις | θα θεμελιώνει / θα θεμελιώσει | θα θεμελιώνουμε / θα θεμελιώσουμε | θα θεμελιώνετε / θα θεμελιώσετε | θα θεμελιώνουν / θα θεμελιώνουνε / θα θεμελιώσουν / θα θεμελιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θεμελιώσει | έχεις θεμελιώσει | έχει θεμελιώσει | έχουμε θεμελιώσει | έχετε θεμελιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεμελιώσει | είχες θεμελιώσει | είχε θεμελιώσει | είχαμε θεμελιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεμελιώσει / να θεμελιώνω / να θεμελιώσω | να έχεις θεμελιώσει / να θεμελιώνεις / να θεμελιώσεις | να έχει θεμελιώσει / να θεμελιώνει / να θεμελιώσει | να έχουμε θεμελιώσει / να θεμελιώνουμε / να θεμελιώσουμε | να έχετε θεμελιώσει / να θεμελιώνετε / να θεμελιώσετε | να θεμελιώνουν / να θεμελιώνουνε / να θεμελιώσουν / να θεμελιώσουνε |
| Προστακτική | — | θεμελίωνε / θεμελίωσε | — | — | θεμελιώνετε / θεμελιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →