Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεριστικός

/θe.ɾi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον θερισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή είναι κατάλληλος γι’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεριστικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θεριστικός < αρχαία ελληνική θεριστής < θερίζω < θέρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεριστικόςθεριστικήθεριστικό
Γενικήθεριστικούθεριστικήςθεριστικού
Αιτιατικήθεριστικόθεριστικήθεριστικό
Κλητικήθεριστικέθεριστικήθεριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεριστικοίθεριστικέςθεριστικά
Γενικήθεριστικώνθεριστικώνθεριστικών
Αιτιατικήθεριστικούςθεριστικέςθεριστικά
Κλητικήθεριστικοίθεριστικέςθεριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →