θεριακώνω
•
- λαϊκότροπογίνομαι τεράστιος Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: θεριεύω
- παρωχημένογίνομαι άγριος Βικιλεξικό
- παρωχημένογίνομαι ισχυρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεριακώνω < θεριακός + -ώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεριακώνω | θεριακώνεις | θεριακώνει | θεριακώνουμε | θεριακώνετε | θεριακώνουν / θεριακώνουνε |
| Παρατατικός | θεριάκωνα | θεριάκωνες | θεριάκωνε | θεριακώναμε | θεριακώνατε | θεριάκωναν / θεριακώναν / θεριακώνανε |
| Αόριστος | θεριάκωσα | θεριάκωσες | θεριάκωσε | θεριακώσαμε | θεριακώσατε | θεριάκωσαν / θεριακώσαν / θεριακώσανε |
| Μέλλοντας | θα θεριακώνω / θα θεριακώσω | θα θεριακώνεις / θα θεριακώσεις | θα θεριακώνει / θα θεριακώσει | θα θεριακώνουμε / θα θεριακώσουμε | θα θεριακώνετε / θα θεριακώσετε | θα θεριακώνουν / θα θεριακώνουνε / θα θεριακώσουν / θα θεριακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θεριακώσει | έχεις θεριακώσει | έχει θεριακώσει | έχουμε θεριακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεριακώσει | είχες θεριακώσει | είχε θεριακώσει | είχαμε θεριακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεριακώσει / να θεριακώνω / να θεριακώσω | να έχεις θεριακώσει / να θεριακώνεις / να θεριακώσεις | να έχει θεριακώσει / να θεριακώνει / να θεριακώσει | να έχουμε θεριακώσει / να θεριακώνουμε / να θεριακώσουμε | να θεριακώνετε / να θεριακώσετε | να θεριακώνουν / να θεριακώνουνε / να θεριακώσουν / να θεριακώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε θεριακωμένο / θεριάκωνε / θεριάκωσε | — | — | θεριακώνετε / θεριακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →