Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεριό

/θeɾˈʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτο θηρίο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάποιος ή κάτι με ασυγκράτητη δύναμη ή αγριότητα Βικιλεξικό
    • είναι θεριό ανήμερο
    • —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)

Ετυμολογία

θεριό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεριό(ν) < αρχαία ελληνική θηρίον με συνίζηση. Συγκρίνετε με το θηρίο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεριόθεριά
Γενικήθεριούθεριών
Αιτιατικήθεριόθεριά
Κλητικήθεριόθεριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →