θεριεύω
•
- για ζώαγίνομαι άγριος Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςγίνομαι άγριος Βικιλεξικό
- για φυτάγίνομαι άγριος Βικιλεξικό
- Δυο μήνες είχε να πατήσει στο χτήμα με τις ελιές και βρήκε τα χορτάρια να έχουν θεριέψει.
- για τα στοιχεία της φύσηςγίνομαι άγριος Βικιλεξικό
- θέριεψε το κύμα, η θάλασσα αγρίεψε
- γίνομαι πιο δυνατός, πιο γενναίος Βικιλεξικό
- για συναισθήματαγίνομαι πιο δυνατός, πιο γενναίος Βικιλεξικό
- θεριεύει η αγάπη, ο πόνος
- Ξεκίνησε με ένα μικρό μαγαζάκι και μετά οι δουλειές του θέριεψαν κι έγινε μεγαλοεπιχειρηματίας.
Ετυμολογία
θεριεύω < θεριό + -εύω. Δείτε θηρίο, θήρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεριεύω | θεριεύεις | θεριεύει | θεριεύουμε | θεριεύετε | θεριεύουν / θεριεύουνε |
| Παρατατικός | θέριευα | θέριευες | θέριευε | θεριεύαμε | θεριεύατε | θέριευαν / θεριεύαν / θεριεύανε |
| Αόριστος | θέριεψα | θέριεψες | θέριεψε | θεριέψαμε | θεριέψατε | θέριεψαν / θεριέψαν / θεριέψανε |
| Μέλλοντας | θα θεριέψω / θα θεριεύω | θα θεριέψεις / θα θεριεύεις | θα θεριέψει / θα θεριεύει | θα θεριέψουμε / θα θεριεύουμε | θα θεριέψετε / θα θεριεύετε | θα θεριέψουν / θα θεριέψουνε / θα θεριεύουν / θα θεριεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω θεριέψει | έχεις θεριέψει | έχει θεριέψει | έχουμε θεριέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεριέψει | είχες θεριέψει | είχε θεριέψει | είχαμε θεριέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θεριέψει / να θεριέψω / να θεριεύω | να έχεις θεριέψει / να θεριέψεις / να θεριεύεις | να έχει θεριέψει / να θεριέψει / να θεριεύει | να έχουμε θεριέψει / να θεριέψουμε / να θεριεύουμε | να θεριέψετε / να θεριεύετε | να θεριέψουν / να θεριέψουνε / να θεριεύουν / να θεριεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε θεριεμένο / θέριευε / θέριεψε | — | — | θεριέψτε / θεριεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →