θερμιδικός
•
- που έχει σχέση με θερμίδες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμιδικός < θερμίδ(α) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμιδικός | θερμιδική | θερμιδικό |
| Γενική | θερμιδικού | θερμιδικής | θερμιδικού |
| Αιτιατική | θερμιδικό | θερμιδική | θερμιδικό |
| Κλητική | θερμιδικέ | θερμιδική | θερμιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμιδικοί | θερμιδικές | θερμιδικά |
| Γενική | θερμιδικών | θερμιδικών | θερμιδικών |
| Αιτιατική | θερμιδικούς | θερμιδικές | θερμιδικά |
| Κλητική | θερμιδικοί | θερμιδικές | θερμιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →