Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με θερμίδες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμιδικός < θερμίδ(α) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμιδικόςθερμιδικήθερμιδικό
Γενικήθερμιδικούθερμιδικήςθερμιδικού
Αιτιατικήθερμιδικόθερμιδικήθερμιδικό
Κλητικήθερμιδικέθερμιδικήθερμιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμιδικοίθερμιδικέςθερμιδικά
Γενικήθερμιδικώνθερμιδικώνθερμιδικών
Αιτιατικήθερμιδικούςθερμιδικέςθερμιδικά
Κλητικήθερμιδικοίθερμιδικέςθερμιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →