Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμομηχανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη θερμομηχανική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμομηχανικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική thermomechanical < αρχαία ελληνική θερμός + μηχανή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμομηχανικόςθερμομηχανικήθερμομηχανικό
Γενικήθερμομηχανικούθερμομηχανικήςθερμομηχανικού
Αιτιατικήθερμομηχανικόθερμομηχανικήθερμομηχανικό
Κλητικήθερμομηχανικέθερμομηχανικήθερμομηχανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμομηχανικοίθερμομηχανικέςθερμομηχανικά
Γενικήθερμομηχανικώνθερμομηχανικώνθερμομηχανικών
Αιτιατικήθερμομηχανικούςθερμομηχανικέςθερμομηχανικά
Κλητικήθερμομηχανικοίθερμομηχανικέςθερμομηχανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →