Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηλάζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόβάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα Βικιλεξικό
    • οι μαίες ενθαρρύνουν τις μητέρες να θηλάζουν τα μωρά τους
  2. αμετάβατοπίνω γάλα από μαστό Βικιλεξικό
    • η εικόνα του μωρού που θήλαζε τον συγκίνησε βαθιά

Ετυμολογία

θηλάζω < αρχαία ελληνική θηλάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθηλάζωθηλάζειςθηλάζειθηλάζουμεθηλάζετεθηλάζουν / θηλάζουνε
Παρατατικόςθήλαζαθήλαζεςθήλαζεθηλάζαμεθηλάζατεθήλαζαν / θηλάζαν / θηλάζανε
Αόριστοςθήλασαθήλασεςθήλασεθηλάσαμεθηλάσατεθήλασαν / θηλάσαν / θηλάσανε
Μέλλονταςθα θηλάζω / θα θηλάσωθα θηλάζεις / θα θηλάσειςθα θηλάζει / θα θηλάσειθα θηλάζουμε / θα θηλάσουμεθα θηλάζετε / θα θηλάσετεθα θηλάζουν / θα θηλάζουνε / θα θηλάσουν / θα θηλάσουνε
Παρακείμενοςέχω θηλάσειέχεις θηλάσειέχει θηλάσειέχουμε θηλάσειέχετε θηλάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θηλάσειείχες θηλάσειείχε θηλάσειείχαμε θηλάσει——
Υποτακτικήνα έχω θηλάσει / να θηλάζω / να θηλάσωνα έχεις θηλάσει / να θηλάζεις / να θηλάσειςνα έχει θηλάσει / να θηλάζει / να θηλάσεινα έχουμε θηλάσει / να θηλάζουμε / να θηλάσουμενα έχετε θηλάσει / να θηλάζετε / να θηλάσετενα θηλάζουν / να θηλάζουνε / να θηλάσουν / να θηλάσουνε
Προστακτική—θήλαζε / θήλασε——θηλάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θηλάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →