θηλάζω
•
- μεταβατικόβάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα Βικιλεξικό
- οι μαίες ενθαρρύνουν τις μητέρες να θηλάζουν τα μωρά τους
- αμετάβατοπίνω γάλα από μαστό Βικιλεξικό
- η εικόνα του μωρού που θήλαζε τον συγκίνησε βαθιά
Ετυμολογία
θηλάζω < αρχαία ελληνική θηλάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θηλάζω | θηλάζεις | θηλάζει | θηλάζουμε | θηλάζετε | θηλάζουν / θηλάζουνε |
| Παρατατικός | θήλαζα | θήλαζες | θήλαζε | θηλάζαμε | θηλάζατε | θήλαζαν / θηλάζαν / θηλάζανε |
| Αόριστος | θήλασα | θήλασες | θήλασε | θηλάσαμε | θηλάσατε | θήλασαν / θηλάσαν / θηλάσανε |
| Μέλλοντας | θα θηλάζω / θα θηλάσω | θα θηλάζεις / θα θηλάσεις | θα θηλάζει / θα θηλάσει | θα θηλάζουμε / θα θηλάσουμε | θα θηλάζετε / θα θηλάσετε | θα θηλάζουν / θα θηλάζουνε / θα θηλάσουν / θα θηλάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θηλάσει | έχεις θηλάσει | έχει θηλάσει | έχουμε θηλάσει | έχετε θηλάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θηλάσει | είχες θηλάσει | είχε θηλάσει | είχαμε θηλάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θηλάσει / να θηλάζω / να θηλάσω | να έχεις θηλάσει / να θηλάζεις / να θηλάσεις | να έχει θηλάσει / να θηλάζει / να θηλάσει | να έχουμε θηλάσει / να θηλάζουμε / να θηλάσουμε | να έχετε θηλάσει / να θηλάζετε / να θηλάσετε | να θηλάζουν / να θηλάζουνε / να θηλάσουν / να θηλάσουνε |
| Προστακτική | — | θήλαζε / θήλασε | — | — | θηλάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θηλάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →