θηριοτροφείο
•
- τόπος που ζουν και τρέφονται έγκλειστα σε κλουβιά άγρια θηρία Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχολείο με πολύ ατίθασους μαθητές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηριοτροφείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριοτροφεῖον. Συγχρονικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -τροφείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηριοτροφείο | θηριοτροφεία |
| Γενική | θηριοτροφείου | θηριοτροφείων |
| Αιτιατική | θηριοτροφείο | θηριοτροφεία |
| Κλητική | θηριοτροφείο | θηριοτροφεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →