θρασομανώ
•
- λογοτεχνικόθεριεύω, φουντώνω, ζωηρεύω, αυξάνομαι Βικιλεξικό
- Στον τάφο του πατέρα θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)
Ετυμολογία
θρασομανώ < θράσ(ος) (δείτε αρχαία ελληνικά θράσος) + -ο- + -μανώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →