Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρασύδειλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρεται με θράσος, αλαζονεία και έπαρση όταν αντιμετωπίζει άτομα ή καταστάσεις που πιστεύει ότι έχει υπό έλεγχο και δεν μπορούν να τον βλάψουν, αλλά αντίθετα δειλιάζει και φέρεται άνανδρα μπροστά σε ισχυρότερους. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρασύδειλος < αρχαία ελληνική θρασύδειλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρασύδειλοςθρασύδειληθρασύδειλο
Γενικήθρασύδειλουθρασύδειληςθρασύδειλου
Αιτιατικήθρασύδειλοθρασύδειληθρασύδειλο
Κλητικήθρασύδειλεθρασύδειληθρασύδειλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρασύδειλοιθρασύδειλεςθρασύδειλα
Γενικήθρασύδειλωνθρασύδειλωνθρασύδειλων
Αιτιατικήθρασύδειλουςθρασύδειλεςθρασύδειλα
Κλητικήθρασύδειλοιθρασύδειλεςθρασύδειλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →