Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θραύση

/ˈθɾaf.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θραύω Βικιλεξικό
    • Ολκιμότητα είναι ο δείκτης του βαθμού πλαστικής παραμόρφωσης που διατηρείται κατά την θραύση. Όλκιμα υλικά (ductile) υφίστανται πλαστική παραμόρφωση πριν από την θραύση. Ψαθυρά υλικά (brittle) ανέχονται μόνον πολύ μικρές πλαστικές παραμορφώσεις. (Διαστημικές τεχνολογίες, κεφ. 7, Δομές και Μηχανισμοί Δορυφόρων, σελ. 7 eclass.uoa.gr, Πλατφόρμα Τηλεκπαίδευσης του ΕΚΠΑ https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/DI491/%CE%9A%CE%95%CE%A6%207%20%CE%94%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF%20%CE%94%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD.pdf)

Ετυμολογία

θραύση < αρχαία ελληνική θραῦσις < θραύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθραύσηθραύσεις
Γενικήθραύσηςθραύσεων
Αιτιατικήθραύσηθραύσεις
Κλητικήθραύσηθραύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →