θρησκειολογία
•
- ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τις θρησκείες από ιστορική, φαινομενολογική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική και φιλοσοφική άποψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρησκειολογία μαρτυρείται από το 1839 στον Θεόφιλο Καΐρη < θρησκεί(α) + -ο- + -λογία, (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Religionswissenschaft)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρησκειολογία | θρησκειολογίες |
| Γενική | θρησκειολογίας | θρησκειολογιών |
| Αιτιατική | θρησκειολογία | θρησκειολογίες |
| Κλητική | θρησκειολογία | θρησκειολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →