θυμίζω
•
- φέρνω κάτι στον νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο ή πράξη Βικιλεξικό
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντα η ενασχόληση των παιδιών με θέματα διακειμενικότητας, η οποία πολλές φορές υποβοηθείται από ερωτήσεις του τύπου «αυτό το βιβλίο / πρόσωπο σας θυμίζει έντονα κάποιο άλλο; (Αγγελική Γιαννικοπούλου, Το εικονογραφημένο βιβλίο στην προσχολική εκπαίδευση, εκδ. Πατάκης, 2016, σελ. 1986)
- χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
- συνώνυμο του υπενθυμίζω Βικιλεξικό
- Θύμισέ μου ν' αγοράσω απορρυπαντικό πιάτων! Μας τελείωσε.
Ετυμολογία
θυμίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θυμίζω < μεσαιωνική ελληνική θυμίζομαι < ελληνιστική κοινή ἐνθυμίζομαι < αρχαία ελληνική ἐνθυμοῦμαι Περισσότερα στο μεσαιωνικό θυμίζω. Διαφορετικό το ελληνιστικό θυμίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θυμίζω | θυμίζεις | θυμίζει | θυμίζουμε | θυμίζετε | θυμίζουν / θυμίζουνε |
| Παρατατικός | θύμιζα | θύμιζες | θύμιζε | θυμίζαμε | θυμίζατε | θυμίζαν / θυμίζανε / θύμιζαν |
| Αόριστος | θύμισα | θύμισες | θύμισε | θυμίσαμε | θυμίσατε | θυμίσαν / θυμίσανε / θύμισαν |
| Μέλλοντας | θα θυμίζω / θα θυμίσω | θα θυμίζεις / θα θυμίσεις | θα θυμίζει / θα θυμίσει | θα θυμίζουμε / θα θυμίσουμε | θα θυμίζετε / θα θυμίσετε | θα θυμίζουν / θα θυμίζουνε / θα θυμίσουν / θα θυμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θυμίσει | έχεις θυμίσει | έχει θυμίσει | έχουμε θυμίσει | έχετε θυμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θυμίσει | είχες θυμίσει | είχε θυμίσει | είχαμε θυμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θυμίσει / να θυμίζω / να θυμίσω | να έχεις θυμίσει / να θυμίζεις / να θυμίσεις | να έχει θυμίσει / να θυμίζει / να θυμίσει | να έχουμε θυμίσει / να θυμίζουμε / να θυμίσουμε | να έχετε θυμίσει / να θυμίζετε / να θυμίσετε | να θυμίζουν / να θυμίζουνε / να θυμίσουν / να θυμίσουνε |
| Προστακτική | — | θύμιζε / θύμισε | — | — | θυμίζετε / θυμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →