Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θυμάμαι

ρήμα
•
  1. ανακαλώ στη μνήμη μου Βικιλεξικό
    • θυμάμαι τα νιάτα μου και με πιάνει νοσταλγία
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
    • ανακαλώ στη μνήμη μου και αναφέρω
  2. έχω κάτι στη μνήμη μου, δεν το έχω ξεχάσει Βικιλεξικό
    • πάντα θυμάμαι τις υποχρεώσεις μου
  3. δεν ξεχνώ να κάνω κάτι απαραίτητο Βικιλεξικό
    • θυμήσου να πάρεις και εφημερίδα σήμερα
  4. με αιτιατική προσώπουδεν ξεχνώ να κάνω δώρο κάποιον που γιορτάζει ή να του ευχηθώ ή να του αφήσω κάτι στη διαθήκη μου Βικιλεξικό
    • σ' ευχαριστώ πολύ που με θυμήθηκες

Ετυμολογία

θυμάμαι < θυμούμαι < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐνθυμέομαι, -οῦμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθυμάμαι / θυμούμαιθυμάσαιθυμάταιθυμούμαστε / θυμόμαστεθυμάστεθυμούνται
Παρατατικόςθυμόμουν / θυμόμουναθυμόσουν / θυμόσουναθυμόταν / θυμότανεθυμόμασταν / θυμόμαστεθυμόσασταν / θυμόσαστεθυμούνταν
Αόριστοςθυμήθηκαθυμήθηκεςθυμήθηκεθυμηθήκαμεθυμηθήκατεθυμήθηκαν / θυμηθήκαν / θυμηθήκανε
Μέλλονταςθα θυμάμαι / θα θυμηθώ / θα θυμούμαιθα θυμάσαι / θα θυμηθείςθα θυμάται / θα θυμηθείθα θυμηθούμε / θα θυμούμαστε / θα θυμόμαστεθα θυμάστε / θα θυμηθείτεθα θυμηθούν / θα θυμηθούνε / θα θυμούνται
Παρακείμενοςέχω θυμηθείέχεις θυμηθεί————
Υπερσυντέλικοςείχα θυμηθείείχες θυμηθεί————
Υποτακτικήνα έχω θυμηθεί / να θυμάμαι / να θυμηθώ / να θυμούμαινα έχεις θυμηθεί / να θυμάσαι / να θυμηθείςνα θυμάται / να θυμηθείνα θυμηθούμε / να θυμούμαστε / να θυμόμαστενα θυμάστε / να θυμηθείτενα θυμηθούν / να θυμηθούνε / να θυμούνται
Προστακτική—θυμήσου——θυμείστε / θυμηθείτε / θυμιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →