θυμιατίζω
•
- θρησκείαρίχνω τριγύρω με το θυμιατήρι καπνό θυμιάματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκολακεύω κάποιον υπερβολικά, τον εγκωμιάζω σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυμιατίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θυμιατίζω < θυμιατός < αρχαία ελληνική θυμιατός < θυμιάω / θυμιῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θυμιατίζω | θυμιατίζεις | θυμιατίζει | θυμιατίζουμε | θυμιατίζετε | θυμιατίζουν / θυμιατίζουνε |
| Παρατατικός | θυμιάτιζα | θυμιάτιζες | θυμιάτιζε | θυμιατίζαμε | θυμιατίζατε | θυμιάτιζαν / θυμιατίζαν / θυμιατίζανε |
| Αόριστος | θυμιάτισα | θυμιάτισες | θυμιάτισε | θυμιατίσαμε | θυμιατίσατε | θυμιάτισαν / θυμιατίσαν / θυμιατίσανε |
| Μέλλοντας | θα θυμιατίζω / θα θυμιατίσω | θα θυμιατίζεις / θα θυμιατίσεις | θα θυμιατίζει / θα θυμιατίσει | θα θυμιατίζουμε / θα θυμιατίσουμε | θα θυμιατίζετε / θα θυμιατίσετε | θα θυμιατίζουν / θα θυμιατίζουνε / θα θυμιατίσουν / θα θυμιατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θυμιατίσει | έχεις θυμιατίσει | έχει θυμιατίσει | έχουμε θυμιατίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θυμιατίσει | είχες θυμιατίσει | είχε θυμιατίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θυμιατίσει / να θυμιατίζω / να θυμιατίσω | να έχεις θυμιατίσει / να θυμιατίζεις / να θυμιατίσεις | να έχει θυμιατίσει / να θυμιατίζει / να θυμιατίσει | να έχουμε θυμιατίσει / να θυμιατίζουμε / να θυμιατίσουμε | να θυμιατίζετε / να θυμιατίσετε | να θυμιατίζουν / να θυμιατίζουνε / να θυμιατίσουν / να θυμιατίσουνε |
| Προστακτική | — | θυμιάτιζε / θυμιάτισε | — | — | θυμιατίζετε / θυμιατίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θυμιατίστηκαθυμιατίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →