θωράκιο
•
- λόγιοστηθαίο, παραπέτο Βικιλεξικό
- ειδικότεραμαρμάρινο στηθαίο ως τέμπλο παλαιοχριστιανικού ναού (στο μεσοδιάστημα κιόνων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θωράκιο < ελληνιστική κοινή θωράκιον < αρχαία ελληνική θώραξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θωράκιο | θωράκια |
| Γενική | θωράκιου / θωρακίου | θωρακίων |
| Αιτιατική | θωράκιο | θωράκια |
| Κλητική | θωράκιο | θωράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →