Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιοσυστασιακός

/i.ði.o.si.sta.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ιδιοσυστασία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιοσυστασιακός < ιδιοσυστασ(ία) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιοσυστασιακόςιδιοσυστασιακήιδιοσυστασιακό
Γενικήιδιοσυστασιακούιδιοσυστασιακήςιδιοσυστασιακού
Αιτιατικήιδιοσυστασιακόιδιοσυστασιακήιδιοσυστασιακό
Κλητικήιδιοσυστασιακέιδιοσυστασιακήιδιοσυστασιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιοσυστασιακοίιδιοσυστασιακέςιδιοσυστασιακά
Γενικήιδιοσυστασιακώνιδιοσυστασιακώνιδιοσυστασιακών
Αιτιατικήιδιοσυστασιακούςιδιοσυστασιακέςιδιοσυστασιακά
Κλητικήιδιοσυστασιακοίιδιοσυστασιακέςιδιοσυστασιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →