στήνω
•
- τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα Βικιλεξικό
- Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- κατασκευάζω, συναρμολογώ Βικιλεξικό
- κάνω ενέργειες για τη δημιουργία, οργάνωση κ.λπ. μιας επιχείρησης, ενός σχεδίου κ.τ.ό. Βικιλεξικό
- οικείοπροκαλώ μεγάλη αναμονή σε προγραμματισμένο ραντεβού ή το ματαιώνω Βικιλεξικό
- οικείοπροκαλώ εσκεμμένη αθέμιτη αλλοίωση αποτελέσματος αγώνων για στοιχηματικούς ή άλλους οικονομικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στήνω < μεσαιωνική ελληνική στήνω < αρχαία ελληνική ἔστησα, αόριστος τού ἵστημι / ἱστάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στήνω | στήνεις | στήνει | στήνουμε | στήνετε | στήνουν / στήνουνε |
| Παρατατικός | έστηνα | έστηνες | έστηνε | στήναμε | στήνατε | έστηναν / στήναν / στήνανε |
| Αόριστος | έστησα | έστησες | έστησε | στήσαμε | στήσατε | έστησαν / στήσαν / στήσανε |
| Μέλλοντας | θα στήνω / θα στήσω | θα στήνεις / θα στήσεις | θα στήνει / θα στήσει | θα στήνουμε / θα στήσουμε | θα στήνετε / θα στήσετε | θα στήνουν / θα στήνουνε / θα στήσουν / θα στήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στήσει | έχεις στήσει | έχει στήσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στήσει | είχες στήσει | είχε στήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στήσει / να στήνω / να στήσω | να έχεις στήσει / να στήνεις / να στήσεις | να έχει στήσει / να στήνει / να στήσει | να στήνουμε / να στήσουμε | να στήνετε / να στήσετε | να στήνουν / να στήνουνε / να στήσουν / να στήσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στημένο / στήνε / στήσε | — | — | στήνετε / στήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →