ιδιοσυστατικός
•
- που έχει σχέση με τον ιδιοσύστατο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιοσυστατικός < ιδιοσύστατ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιοσυστατικός | ιδιοσυστατική | ιδιοσυστατικό |
| Γενική | ιδιοσυστατικού | ιδιοσυστατικής | ιδιοσυστατικού |
| Αιτιατική | ιδιοσυστατικό | ιδιοσυστατική | ιδιοσυστατικό |
| Κλητική | ιδιοσυστατικέ | ιδιοσυστατική | ιδιοσυστατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιοσυστατικοί | ιδιοσυστατικές | ιδιοσυστατικά |
| Γενική | ιδιοσυστατικών | ιδιοσυστατικών | ιδιοσυστατικών |
| Αιτιατική | ιδιοσυστατικούς | ιδιοσυστατικές | ιδιοσυστατικά |
| Κλητική | ιδιοσυστατικοί | ιδιοσυστατικές | ιδιοσυστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →