Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιόγραφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αυτόγραφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιόγραφος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιόγραφοςιδιόγραφηιδιόγραφο
Γενικήιδιόγραφουιδιόγραφηςιδιόγραφου
Αιτιατικήιδιόγραφοιδιόγραφηιδιόγραφο
Κλητικήιδιόγραφειδιόγραφηιδιόγραφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιόγραφοιιδιόγραφεςιδιόγραφα
Γενικήιδιόγραφωνιδιόγραφωνιδιόγραφων
Αιτιατικήιδιόγραφουςιδιόγραφεςιδιόγραφα
Κλητικήιδιόγραφοιιδιόγραφεςιδιόγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →