ιδιόρρυθμος
•
- που έχει αποκλειστικά δικά του (ί-δι-α) χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- θρησκείαμοναστήρι όπου επιτρέπεται κάθε μοναχός να ακολουθεί δικό του τρόπο ζωής, να έχει ατομική περιουσία, να μετέχει στις κοινές ακολουθίες κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιόρρυθμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰδιόρρυθμος < ἴδιος + ῥυθμός. Δείτε και ρρ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιόρρυθμος | ιδιόρρυθμη | ιδιόρρυθμο |
| Γενική | ιδιόρρυθμου | ιδιόρρυθμης | ιδιόρρυθμου |
| Αιτιατική | ιδιόρρυθμο | ιδιόρρυθμη | ιδιόρρυθμο |
| Κλητική | ιδιόρρυθμε | ιδιόρρυθμη | ιδιόρρυθμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιόρρυθμοι | ιδιόρρυθμες | ιδιόρρυθμα |
| Γενική | ιδιόρρυθμων | ιδιόρρυθμων | ιδιόρρυθμων |
| Αιτιατική | ιδιόρρυθμους | ιδιόρρυθμες | ιδιόρρυθμα |
| Κλητική | ιδιόρρυθμοι | ιδιόρρυθμες | ιδιόρρυθμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →