ικανοποιώ
•
- δίνω σε κάποιον ικανοποίηση, κάνοντας κάτι που επιθυμεί ή προσδοκά Βικιλεξικό
- επιτυγχάνω με επαρκή τρόπο κάτι που είναι απαίτηση, επιθυμία ή ανάγκη κάποιου Βικιλεξικό
- αποζημιώνω κάποιον για κάποια βλάβη ή ζημία που του προκάλεσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ικανοποιώ < (ελληνιστική κοινή) / ἱκανοποιῶ < αρχαία ελληνική ἱκανός (< ἱκνέομαι) + ποιέω / ποιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ικανοποιώ | ικανοποιείς | ικανοποιεί | ικανοποιούμε | ικανοποιείτε | ικανοποιούν / ικανοποιούνε |
| Παρατατικός | ικανοποιούσα | ικανοποιούσες | ικανοποιούσε | ικανοποιούσαμε | ικανοποιούσατε | ικανοποιούσαν / ικανοποιούσανε |
| Αόριστος | ικανοποίησα | ικανοποίησες | ικανοποίησε | ικανοποιήσαμε | ικανοποιήσατε | ικανοποίησαν / ικανοποιήσαν / ικανοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ικανοποιήσω / θα ικανοποιώ | θα ικανοποιήσεις / θα ικανοποιείς | θα ικανοποιήσει / θα ικανοποιεί | θα ικανοποιήσουμε / θα ικανοποιούμε | θα ικανοποιήσετε / θα ικανοποιείτε | θα ικανοποιήσουν / θα ικανοποιήσουνε / θα ικανοποιούν / θα ικανοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ικανοποιήσει | έχεις ικανοποιήσει | έχει ικανοποιήσει | έχουμε ικανοποιήσει | έχετε ικανοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ικανοποιήσει | είχες ικανοποιήσει | είχε ικανοποιήσει | είχαμε ικανοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ικανοποιήσει / να ικανοποιήσω / να ικανοποιώ | να έχεις ικανοποιήσει / να ικανοποιήσεις / να ικανοποιείς | να έχει ικανοποιήσει / να ικανοποιήσει / να ικανοποιεί | να έχουμε ικανοποιήσει / να ικανοποιήσουμε / να ικανοποιούμε | να έχετε ικανοποιήσει / να ικανοποιήσετε / να ικανοποιείτε | να ικανοποιήσουν / να ικανοποιήσουνε / να ικανοποιούν / να ικανοποιούνε |
| Προστακτική | — | ικανοποίει / ικανοποίησε | — | — | ικανοποιήστε / ικανοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →