ισοζυγίζω
•
- με ζύγιση εξισορροπώ το βάρος δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων, τα κάνω να έχουν το ίδιο βάρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοζυγίζω < πληθυντικός του ίσος: ίσ(α) + -ο- + ζυγίζω. Συγκρίνετε με το ισοζυγιάζω. < ισοζύγιο. Παραβάλετε: ελληνιστική κοινή ἰσοζυγέω < ἰσόζυγος / ἰσοζυγής < ἴσος + ζυγός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοζυγίζω | ισοζυγίζεις | ισοζυγίζει | ισοζυγίζουμε | ισοζυγίζετε | ισοζυγίζουν / ισοζυγίζουνε |
| Παρατατικός | ισοζύγιζα | ισοζύγιζες | ισοζύγιζε | ισοζυγίζαμε | ισοζυγίζατε | ισοζυγίζαν / ισοζυγίζανε / ισοζύγιζαν |
| Αόριστος | ισοζύγισα | ισοζύγισες | ισοζύγισε | ισοζυγίσαμε | ισοζυγίσατε | ισοζυγίσαν / ισοζυγίσανε / ισοζύγισαν |
| Μέλλοντας | θα ισοζυγίζω / θα ισοζυγίσω | θα ισοζυγίζεις / θα ισοζυγίσεις | θα ισοζυγίζει / θα ισοζυγίσει | θα ισοζυγίζουμε / θα ισοζυγίσουμε | θα ισοζυγίζετε / θα ισοζυγίσετε | θα ισοζυγίζουν / θα ισοζυγίζουνε / θα ισοζυγίσουν / θα ισοζυγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοζυγίσει | έχεις ισοζυγίσει | έχει ισοζυγίσει | έχουμε ισοζυγίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοζυγίσει | είχες ισοζυγίσει | είχε ισοζυγίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοζυγίσει / να ισοζυγίζω / να ισοζυγίσω | να έχεις ισοζυγίσει / να ισοζυγίζεις / να ισοζυγίσεις | να έχει ισοζυγίσει / να ισοζυγίζει / να ισοζυγίσει | να έχουμε ισοζυγίσει / να ισοζυγίζουμε / να ισοζυγίσουμε | να ισοζυγίζετε / να ισοζυγίσετε | να ισοζυγίζουν / να ισοζυγίζουνε / να ισοζυγίσουν / να ισοζυγίσουνε |
| Προστακτική | — | ισοζύγιζε / ισοζύγισε | — | — | ισοζυγίζετε / ισοζυγίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ισοζυγίστηκαισοζυγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →