ιστολογία
•
- ιατρικήκλάδος που μελετά τη λειτουργία των φυτικών και ζωικών ιστών και γενικότερα η μελέτη της λεπτής υφής των ιστολογικών οργάνων των διαφόρων οργανισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική histologie < αρχαία ελληνική ἱστός (< ἵστημι) + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστολογία | ιστολογίες |
| Γενική | ιστολογίας | ιστολογιών |
| Αιτιατική | ιστολογία | ιστολογίες |
| Κλητική | ιστολογία | ιστολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →