ιστολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ιστολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)
Ετυμολογία
ιστολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική histologique < histologie < αρχαία ελληνική ἱστός (< ἵστημι) + λέγω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστολογικός | ιστολογική | ιστολογικό |
| Γενική | ιστολογικού | ιστολογικής | ιστολογικού |
| Αιτιατική | ιστολογικό | ιστολογική | ιστολογικό |
| Κλητική | ιστολογικέ | ιστολογική | ιστολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστολογικοί | ιστολογικές | ιστολογικά |
| Γενική | ιστολογικών | ιστολογικών | ιστολογικών |
| Αιτιατική | ιστολογικούς | ιστολογικές | ιστολογικά |
| Κλητική | ιστολογικοί | ιστολογικές | ιστολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →