ισχάδα
•
- ναυτικός όροςείδος μικρής άγκυρας που χρησιμεύει στην πόντιση της μεγάλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισχάδα < αρχαία ελληνική ἰσχάς < ἴσχω < ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχάδα | ισχάδες |
| Γενική | ισχάδας | ισχάδων |
| Αιτιατική | ισχάδα | ισχάδες |
| Κλητική | ισχάδα | ισχάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →