ισχάζω
•
- ναυτικός όροςποντίζω τη μεγάλη άγκυρα με τη βοήθεια της ισχάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισχάζω < αρχαία ελληνική ἴσχω < ἔχω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισχάζω | ισχάζεις | ισχάζει | ισχάζουμε | ισχάζετε | ισχάζουν / ισχάζουνε |
| Παρατατικός | ίσχαζα | ίσχαζες | ίσχαζε | ισχάζαμε | ισχάζατε | ίσχαζαν / ισχάζαν / ισχάζανε |
| Αόριστος | ίσχασα | ίσχασες | ίσχασε | ισχάσαμε | ισχάσατε | ίσχασαν / ισχάσαν / ισχάσανε |
| Μέλλοντας | θα ισχάζω / θα ισχάσω | θα ισχάζεις / θα ισχάσεις | θα ισχάζει / θα ισχάσει | θα ισχάζουμε / θα ισχάσουμε | θα ισχάζετε / θα ισχάσετε | θα ισχάζουν / θα ισχάζουνε / θα ισχάσουν / θα ισχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισχάσει | έχεις ισχάσει | έχει ισχάσει | έχουμε ισχάσει | έχετε ισχάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισχάσει | είχες ισχάσει | είχε ισχάσει | είχαμε ισχάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισχάσει / να ισχάζω / να ισχάσω | να έχεις ισχάσει / να ισχάζεις / να ισχάσεις | να έχει ισχάσει / να ισχάζει / να ισχάσει | να έχουμε ισχάσει / να ισχάζουμε / να ισχάσουμε | να έχετε ισχάσει / να ισχάζετε / να ισχάσετε | να ισχάζουν / να ισχάζουνε / να ισχάσουν / να ισχάσουνε |
| Προστακτική | — | ίσχαζε / ίσχασε | — | — | ισχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ισχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →