Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάθειρξη

/ˈka.θiɾ.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςβαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα Βικιλεξικό
    • Οι κυρώσεις ήταν βαριές, ακόμα και ισόβια κάθειρξη! (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
    • Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

κάθειρξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κάθειρξις καθειργ- + -σις > -ση < καθείργνυμι (κατά, κάθ- + εἵργνυμι}

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάθειρξηκαθείρξεις
Γενικήκάθειρξηςκαθείρξεων
Αιτιατικήκάθειρξηκαθείρξεις
Κλητικήκάθειρξηκαθείρξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →