Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάτισχνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πάρα πολύ ισχνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάτισχνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κάτισχνος < κατά + αρχαία ελληνική ἰσχνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκάτισχνοςκάτισχνηκάτισχνο
Γενικήκάτισχνουκάτισχνηςκάτισχνου
Αιτιατικήκάτισχνοκάτισχνηκάτισχνο
Κλητικήκάτισχνεκάτισχνηκάτισχνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκάτισχνοικάτισχνεςκάτισχνα
Γενικήκάτισχνωνκάτισχνωνκάτισχνων
Αιτιατικήκάτισχνουςκάτισχνεςκάτισχνα
Κλητικήκάτισχνοικάτισχνεςκάτισχνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →