κήρυξη
•
- η ενέργεια του κηρύττω Βικιλεξικό
- δημόσια και επίσημη ανακοίνωση ή γνωστοποίηση, ιδίως της έναρξης ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςκήρυγμα, διάδοση θρησκευτικών ιδεών ή διδαχών μέσω του λόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κήρυξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κήρυξις (-σις > -ση) < ελληνιστική κοινή κήρυξις (αναγγελία με κήρυκα), και με βάση την σημασία «κήρυκας πολέμου» του αρχαίου κῆρυξ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κήρυξη | κηρύξεις |
| Γενική | κήρυξης | κηρύξεων |
| Αιτιατική | κήρυξη | κηρύξεις |
| Κλητική | κήρυξη | κηρύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →