Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καΐλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη καούρα Βικιλεξικό
  2. καύσωνας Βικιλεξικό
  3. στενοχώρια Βικιλεξικό
    • Φυσικά ο χαρακτηρισμός «παραλογοτεχνία» ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από τους φίλους του είδους, οι οποίοι –εδώ που τα λέμε– δεν είχαν και καμμιάν ιδιαίτερη καΐλα ν’ αποδείξουν τίποτα στους… κουλτουριάρηδες. (Η ξεχωριστή, ελληνική περιπέτεια της Επιστημονικής Φαντασίας, lifo.gr, 23/11/2014 https://www.lifo.gr/blogs/retronaut/i-xehoristi-elliniki-peripeteia-tis-epistimonikis-fantasias)
  4. λαχτάρα, επιθυμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καΐλα < καίω + -ίλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαΐλακαΐλες
Γενικήκαΐλας—
Αιτιατικήκαΐλακαΐλες
Κλητικήκαΐλακαΐλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →