καβαλάρης
•
- αυτός που κινείται καθισμένος στη ράχη ενός αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού Βικιλεξικό
- μουσικήτο μέρος του σώματος ενός έγχορδου οργάνου πάνω στο οποίο τεντώνονται οι χορδές Βικιλεξικό
- οριζόντια δοκός στην κορυψή του πλαισίου δίριχτης στέγης Βικιλεξικό
- κεραμίδι που καλύπτει αμφιπλευρικά την κορυφή της στέγης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβαλάρης < μεσαιωνική ελληνική καβαλλάρης < ελληνιστική κοινή καβαλλάριος < λατινική caballarius
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλάρης | καβαλάρηδες |
| Γενική | καβαλάρη | καβαλάρηδων |
| Αιτιατική | καβαλάρη | καβαλάρηδες |
| Κλητική | καβαλάρη | καβαλάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →