καβαλώ
•
- ανεβαίνω στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού) ιππεύω Βικιλεξικό
- βρίσκομαι καθισμένος σε ένα αντικείμενο με τα δυο μου πόδια να κρέμονται από τις δύο πλευρές του, με τρόπο δηλαδή που θυμίζει το καβαλίκεμα ενός αλόγου Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξουσιάζω, υπερέχω, έχω το πάνω χέρι Βικιλεξικό
- δυστυχώς ο φίλος μας δεν έχει καταλάβει πως η σύζυγός του τον έχει καβαλήσει και τον κάνει ό,τι θέλει εκείνη, το έχει στο σήκω σήκω, κάτσε κάτσε
- συνουσιάζομαι ενεργητικά με Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβαλώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβαλῶ < καβάλα < βενετική cavala / υστερολατινική caballa < λατινική caballus
Άλλοι τύποι
καβάλησακαβαλάωκαβαλήθηκακαβαλημένοςκαβαλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →