Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαγνίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοεξαγνίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθαγνίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθαγνίζω < καθ- + ἁγνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθαγνίζωκαθαγνίζειςκαθαγνίζεικαθαγνίζουμεκαθαγνίζετεκαθαγνίζουν / καθαγνίζουνε
Παρατατικόςκαθάγνιζακαθάγνιζεςκαθάγνιζεκαθαγνίζαμεκαθαγνίζατεκαθάγνιζαν / καθαγνίζαν / καθαγνίζανε
Αόριστοςκαθάγνισακαθάγνισεςκαθάγνισεκαθαγνίσαμεκαθαγνίσατεκαθάγνισαν / καθαγνίσαν / καθαγνίσανε
Μέλλονταςθα καθαγνίζω / θα καθαγνίσωθα καθαγνίζεις / θα καθαγνίσειςθα καθαγνίζει / θα καθαγνίσειθα καθαγνίζουμε / θα καθαγνίσουμεθα καθαγνίζετε / θα καθαγνίσετεθα καθαγνίζουν / θα καθαγνίζουνε / θα καθαγνίσουν / θα καθαγνίσουνε
Παρακείμενοςέχω καθαγνίσειέχεις καθαγνίσειέχει καθαγνίσειέχουμε καθαγνίσειέχετε καθαγνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καθαγνίσειείχες καθαγνίσειείχε καθαγνίσειείχαμε καθαγνίσει——
Υποτακτικήνα έχω καθαγνίσει / να καθαγνίζω / να καθαγνίσωνα έχεις καθαγνίσει / να καθαγνίζεις / να καθαγνίσειςνα έχει καθαγνίσει / να καθαγνίζει / να καθαγνίσεινα έχουμε καθαγνίσει / να καθαγνίζουμε / να καθαγνίσουμενα έχετε καθαγνίσει / να καθαγνίζετε / να καθαγνίσετενα καθαγνίζουν / να καθαγνίζουνε / να καθαγνίσουν / να καθαγνίσουνε
Προστακτική—καθάγνιζε / καθάγνισε——καθαγνίζετε / καθαγνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →