καθετοποίηση
•
- επέκταση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, ώστε να περιλαμβάνει και άλλα διαδοχικά στάδια (προηγούμενα ή επόμενα) της παραγωγής του προϊόντος με το οποίο ασχολείται (από την πρώτη ύλη ως το τελικό προϊόν) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθετοποίηση < κάθετος + -ποίηση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική verticalization)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθετοποίηση | καθετοποιήσεις |
| Γενική | καθετοποίησης | καθετοποιήσεων |
| Αιτιατική | καθετοποίηση | καθετοποιήσεις |
| Κλητική | καθετοποίηση | καθετοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →