κάθετος
•
- ο κάθετος δρόμος, η κάθετη οδός Βικιλεξικό
- Στην τρίτη κάθετο που θα συναντήσεις θα στρίψεις αριστερά.
- το σύμβολο / Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάθετος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάθετος< αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι :* Και ουσιαστικοποιημένο (εννοείται γραμμή).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάθετος | κάθετοι |
| Γενική | καθέτου | καθέτων |
| Αιτιατική | κάθετο | καθέτους |
| Κλητική | κάθετε | κάθετοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →