καθετοποιώ
•
- εφαρμόζω καθετοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθετοποιώ < καθετοποίηση + -ποιώ (αναδρομικός σχηματισμός) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική verticalize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθετοποιώ | καθετοποιείς | καθετοποιεί | καθετοποιούμε | καθετοποιείτε | καθετοποιούν / καθετοποιούνε |
| Παρατατικός | καθετοποιούσα | καθετοποιούσες | καθετοποιούσε | καθετοποιούσαμε | καθετοποιούσατε | καθετοποιούσαν / καθετοποιούσανε |
| Αόριστος | καθετοποίησα | καθετοποίησες | καθετοποίησε | καθετοποιήσαμε | καθετοποιήσατε | καθετοποίησαν / καθετοποιήσαν / καθετοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα καθετοποιήσω / θα καθετοποιώ | θα καθετοποιήσεις / θα καθετοποιείς | θα καθετοποιήσει / θα καθετοποιεί | θα καθετοποιήσουμε / θα καθετοποιούμε | θα καθετοποιήσετε / θα καθετοποιείτε | θα καθετοποιήσουν / θα καθετοποιήσουνε / θα καθετοποιούν / θα καθετοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω καθετοποιήσει | έχεις καθετοποιήσει | έχει καθετοποιήσει | έχουμε καθετοποιήσει | έχετε καθετοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθετοποιήσει | είχες καθετοποιήσει | είχε καθετοποιήσει | είχαμε καθετοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθετοποιήσει / να καθετοποιήσω / να καθετοποιώ | να έχεις καθετοποιήσει / να καθετοποιήσεις / να καθετοποιείς | να έχει καθετοποιήσει / να καθετοποιήσει / να καθετοποιεί | να έχουμε καθετοποιήσει / να καθετοποιήσουμε / να καθετοποιούμε | να έχετε καθετοποιήσει / να καθετοποιήσετε / να καθετοποιείτε | να καθετοποιήσουν / να καθετοποιήσουνε / να καθετοποιούν / να καθετοποιούνε |
| Προστακτική | — | καθετοποίει / καθετοποίησε | — | — | καθετοποιήστε / καθετοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →