καθηγητής
•
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ. Βικιλεξικό
- ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.) Βικιλεξικό
- τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση Βικιλεξικό
- θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του
- μεταφορικάαυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ Βικιλεξικό
- Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!
Ετυμολογία
καθηγητής < ελληνιστική κοινή καθηγητής < αρχαία ελληνική καθηγέομαι < κατά (καθ-) + ἡγέομαι (οδηγώ, προηγούμαι και δείχνω τον δρόμο) < + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθηγητής | καθηγητάδες / καθηγητές |
| Γενική | καθηγητή / καθηγητού | καθηγητάδων / καθηγητών |
| Αιτιατική | καθηγητή | καθηγητάδες / καθηγητές |
| Κλητική | καθηγητά / καθηγητή | καθηγητάδες / καθηγητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →