Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθηγητής

/ka.θi.ʝiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
  2. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.) Βικιλεξικό
  4. τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση Βικιλεξικό
    • θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του
  5. μεταφορικάαυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ Βικιλεξικό
    • Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!

Ετυμολογία

καθηγητής < ελληνιστική κοινή καθηγητής < αρχαία ελληνική καθηγέομαι < κατά (καθ-) + ἡγέομαι (οδηγώ, προηγούμαι και δείχνω τον δρόμο) < + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθηγητήςκαθηγητάδες / καθηγητές
Γενικήκαθηγητή / καθηγητούκαθηγητάδων / καθηγητών
Αιτιατικήκαθηγητήκαθηγητάδες / καθηγητές
Κλητικήκαθηγητά / καθηγητήκαθηγητάδες / καθηγητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →