καθηλωτικός
•
- λόγιοπου καθηλώνει, που συμβάλλει στην καθήλωση Βικιλεξικό
- Το νέο μυθιστόρημα (…) είναι καθηλωτικό μέχρι και την τελευταία παράγραφο, έχει ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ανθρώπους με σάρκα και οστά, χαρακτηρίζεται ακόμη από μια αλληγορική χροιά που προσδίδει έναν άλλο τόνο στην όλη αφηγηματική ροή. (www.kathimerini.gr, 27.01.2013)
- Ένας σίριαλ κίλερ, μια έρευνα, και μια κοινωνία που παρακολουθεί αμήχανα, σε ένα καθηλωτικό κοινωνικό θρίλερ (cinobo.com, 27/3/2023 https://cinobo.com/journal/articles/to-kathilotiko-sirial-kiler-kynigito-tis-ieris-araxnis-erxetai-me-vraveio-apo-tis-kannes)
Ετυμολογία
καθηλωτικός < καθηλώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθηλωτικός | καθηλωτική | καθηλωτικό |
| Γενική | καθηλωτικού | καθηλωτικής | καθηλωτικού |
| Αιτιατική | καθηλωτικό | καθηλωτική | καθηλωτικό |
| Κλητική | καθηλωτικέ | καθηλωτική | καθηλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθηλωτικοί | καθηλωτικές | καθηλωτικά |
| Γενική | καθηλωτικών | καθηλωτικών | καθηλωτικών |
| Αιτιατική | καθηλωτικούς | καθηλωτικές | καθηλωτικά |
| Κλητική | καθηλωτικοί | καθηλωτικές | καθηλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →