Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαγηνευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σαγηνεύει Βικιλεξικό
    • Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)

Ετυμολογία

σαγηνευτικός < σαγηνευτής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαγηνευτικόςσαγηνευτικήσαγηνευτικό
Γενικήσαγηνευτικούσαγηνευτικήςσαγηνευτικού
Αιτιατικήσαγηνευτικόσαγηνευτικήσαγηνευτικό
Κλητικήσαγηνευτικέσαγηνευτικήσαγηνευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαγηνευτικοίσαγηνευτικέςσαγηνευτικά
Γενικήσαγηνευτικώνσαγηνευτικώνσαγηνευτικών
Αιτιατικήσαγηνευτικούςσαγηνευτικέςσαγηνευτικά
Κλητικήσαγηνευτικοίσαγηνευτικέςσαγηνευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →