καθολικεύω
•
- συνώνυμο του γενικεύω, κάνω κάτι καθολικό, ευρύτερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθολικεύω < καθολικ(ός) + -εύω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική généraliser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθολικεύω | καθολικεύεις | καθολικεύει | καθολικεύουμε | καθολικεύετε | καθολικεύουν / καθολικεύουνε |
| Παρατατικός | καθολίκευα | καθολίκευες | καθολίκευε | καθολικεύαμε | καθολικεύατε | καθολίκευαν / καθολικεύαν / καθολικεύανε |
| Αόριστος | καθολίκευσα | καθολίκευσες | καθολίκευσε | καθολικεύσαμε | καθολικεύσατε | καθολίκευσαν / καθολικεύσαν / καθολικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα καθολικεύσω / θα καθολικεύω | θα καθολικεύεις / θα καθολικεύσεις | θα καθολικεύει / θα καθολικεύσει | θα καθολικεύουμε / θα καθολικεύσουμε | θα καθολικεύετε / θα καθολικεύσετε | θα καθολικεύουν / θα καθολικεύουνε / θα καθολικεύσουν / θα καθολικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθολικεύσει | έχεις καθολικεύσει | έχει καθολικεύσει | έχουμε καθολικεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθολικεύσει | είχες καθολικεύσει | είχε καθολικεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθολικεύσει / να καθολικεύσω / να καθολικεύω | να έχεις καθολικεύσει / να καθολικεύεις / να καθολικεύσεις | να έχει καθολικεύσει / να καθολικεύει / να καθολικεύσει | να έχουμε καθολικεύσει / να καθολικεύουμε / να καθολικεύσουμε | να καθολικεύετε / να καθολικεύσετε | να καθολικεύουν / να καθολικεύουνε / να καθολικεύσουν / να καθολικεύσουνε |
| Προστακτική | — | καθολίκευε / καθολίκευσε | — | — | καθολικεύετε / καθολικεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καθολικεύτηκακαθολικεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →