καθολικότητα
•
- χριστιανισμόςτο να είναι κάποιος καθολικός Βικιλεξικό
- η γενικότητα, η οικουμενικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθολικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθολικ(ότης) + -ότητα < καθολικός (απόδοση για τη γαλλική universalité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθολικότητα | καθολικότητες |
| Γενική | καθολικότητας | καθολικοτήτων |
| Αιτιατική | καθολικότητα | καθολικότητες |
| Κλητική | καθολικότητα | καθολικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →