κακέμφατος
•
- λόγιοκακόηχος Βικιλεξικό
- λόγιοπου έχει «αισχρή» σημασία, που δεν προξενεί καλή εντύπωση Βικιλεξικό
- Δεν ήταν όμως μόνον αυτός ο ηθικοπολιτικός λόγος που εμπόδισε τον λογιστή μας (ή τον βουλευτή μας) να γράψει «πισίνες». Ήταν κι εκείνη η δύσχρηστη ή και κακέμφατη γενική πληθυντικού της λέξης. (Πόθεν έρχεσαι…, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/09/2010 http://www.kathimerini.gr/721901)
Ετυμολογία
κακέμφατος < ελληνιστική κοινή κακέμφατος < αρχαία ελληνική κακός + ἐμφαίνω < φαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακέμφατος | κακέμφατη | κακέμφατο |
| Γενική | κακέμφατου | κακέμφατης | κακέμφατου |
| Αιτιατική | κακέμφατο | κακέμφατη | κακέμφατο |
| Κλητική | κακέμφατε | κακέμφατη | κακέμφατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακέμφατοι | κακέμφατες | κακέμφατα |
| Γενική | κακέμφατων | κακέμφατων | κακέμφατων |
| Αιτιατική | κακέμφατους | κακέμφατες | κακέμφατα |
| Κλητική | κακέμφατοι | κακέμφατες | κακέμφατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →